βραχύλογος

βρᾰχῠ-λογος, ον,
A short in speech, of few words, Id.Grg. 449c ([comp] Comp.), etc.; of the Spartans, Id.Lg.641e, Demetr.Eloc.7, etc. Adv.

-γως Poll.4.24

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχύλογος — βραχύλογος, ον και βραχυλόγος, ον (Α) αυτός που εκφράζεται βραχυλογικά, με συντομία, με λακωνικότητα, ο λακωνικός …   Dictionary of Greek

  • βραχυλόγος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχύλογος — short in speech masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχύλογος — η, ο ο σύντομος στο λόγο του, ο λιγόλογος: Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες φημίζονταν ως εξαιρετικά βραχύλογοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βραχυλογώτατα — βραχύλογος short in speech adverbial superl βραχύλογος short in speech neut nom/voc/acc superl pl βραχυλόγος adverbial superl βραχυλόγος neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυλογώτατον — βραχύλογος short in speech masc acc superl sg βραχύλογος short in speech neut nom/voc/acc superl sg βραχυλόγος masc acc superl sg βραχυλόγος neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυλόγως — βραχύλογος short in speech adverbial βραχύλογος short in speech masc/fem acc pl (doric) βραχυλόγος adverbial βραχυλόγος masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυλογωτάτους — βραχύλογος short in speech masc acc superl pl βραχυλόγος masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυλογωτέρου — βραχύλογος short in speech masc/neut gen comp sg βραχυλόγος masc/neut gen comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυλογώτατοι — βραχύλογος short in speech masc nom/voc superl pl βραχυλόγος masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυλογώτατος — βραχύλογος short in speech masc nom superl sg βραχυλόγος masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.